13/4/2017

Ονειρεύονται


Η ενασχόληση με ό,τι απομένει από την κομματική έκφραση της παραδοσιακής κεντροαριστεράς προκαλεί παγερή αδιαφορία στη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Ποιος ασχολείται με το χώρο αυτό; Μόνο ένας μικρόκοσμος, εντός ενός μικρόκοσμου! Το πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος της παραδοσιακής κεντροαριστεράς, με ένα ή πολλά σχήματα, με την άλφα ή βήτα ονομασία, με την άλφα ή βήτα ηγεσία, ανήκει στα ενδιαφέροντα στελεχών και οπαδών, που έχουν μείνει «κολλημένοι» σε προγενέστερους χρόνους. Με τις διάφορες σημερινές μορφές της, η παραδοσιακή κεντροαριστερά ανήκει ούτε καν στο χθες, αλλά στο προχθές. Δεν αφορά στο μέλλον.

Με την έννοια αυτή, η ενασχόληση με το όλο ζήτημα έχει μόνο νόημα ως ιστορική αναδρομή και κυρίως ως «τέλος εποχής». Διότι όντως η κρίση και κατάρρευση της παραδοσιακής κεντροαριστεράς αποκτά ουσία εφόσον τη συνδέσουμε με την κρίση ενός ολόκληρου συστήματος, κομματικού και πολιτικού. Και τούτο, διότι από το 1981 μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, η συγκεκριμένη κεντροαριστερά, που εξέφραζε τότε το ΠΑΣΟΚ, υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική δύναμη του τόπου. Άλλωστε, την ίδια περίοδο, η μεγαλύτερη μάζα των ψηφοφόρων κατέτασσαν τον εαυτό τους σε έναν χώρο κεντρώο, που έγερνε ελαφρά προς τα αριστερά. Αυτόν τον χώρο κατέκτησε ο Ανδρέας Παπανδρέου, συντήρησε ο Κώστας Σημίτης και έχασε ο Γιώργος Παπανδρέου. Ολοσχερώς.

Το ΠΑΣΟΚ, η ιστορία δείχνει, ήταν πολύ πιο ευάλωτο απ’ ό,τι φαινόταν αρχικά. Ο ιδρυτής του ήταν πολύ περισσότερο λαϊκιστής παρά σοσιαλιστής. Έφτιαξε ένα sui generis κόμμα, που όμοιό του δεν υπήρχε στη Δυτική Ευρώπη. Ξεκίνησε τον εκτροχιασμό της οικονομίας και έχει τις σαφώς μεγαλύτερες ευθύνες για όσα θα ακολουθούσαν. Πρώτος, ένας εξαίρετος αριστερός διανοητής, ο Άγγελος Ελεφάντης, ακτινογράφησε τον παπανδρεϊκό λαϊκισμό. Ο κορυφαίος σύγχρονος αναλυτής του φαινομένου, ο Jan-Werner Muller, στο πολυσυζητημένο του βιβλίο «What is Populism», αν ασχολείτο λεπτομερώς με το ΠΑΣΟΚ, θα το θεωρούσε ως παραδειγματικό πρότυπο. Δυστυχώς για το ΠΑΣΟΚ, η εκσυγχρονιστική του πτέρυγα (με τον αδύναμο εσωκομματικά Σημίτη) ηττήθηκε κατά κράτος. Ο γιος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ σφράγισε το τέλος του κόμματος, διότι απλά ήταν λίγος και ανερμάτιστος μπροστά στην καταιγίδα.

Έτσι το ΠΑΣΟΚ, φαινομενικά πανίσχυρο, είχε σαθρές βάσεις. Άλλωστε και η κυριαρχία του καθορίστηκε πρωτίστως από τις αδυναμίες του διαχρονικά άρρωστου ανταγωνιστή του, της ΝΔ, που μιμήθηκε το ΠΑΣΟΚ στα χειρότερά του. Η μεγαλύτερη δεξαμενή των ψηφοφόρων ήταν πάντα κοντά του. Στην τελευταία έρευνα «Τάσεις» της MRB – που αποτελεί την κορωνίδα των δημοσκοπήσεων, οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως κεντροαριστεροί υπερτερούν των κεντροδεξιών με πάνω από 10%. Αυτοί κυρίως οι ψηφοφόροι εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ για χάρη του Τσίπρα, διότι ήταν νέος και φρέσκος και όχι διότι επικοινωνιακά προσπαθούσε να μιμηθεί «τον Ανδρέα». Άλλωστε, οι ίδιοι ψηφοφόροι χρέωσαν στο ΠΑΣΟΚ, μετά τόσα χρόνια εξουσία, τον εκτροχιασμό της οικονομίας και την απαξίωση της πολιτικής.

Εκείνοι που προσπαθούν να εκφράσουν το χώρο της παραδοσιακής κεντροαριστεράς σήμερα έχουν ένα πρώτο βασικό πρόβλημα: Δεν έχουν αντιληφθεί το μένος και την οργή με την οποία έχει αποδοκιμαστεί το ΠΑΣΟΚ, όχι απλώς ως κόμμα, αλλά ως σύστημα εξουσίας. Αυτό δεν φεύγει από τη μνήμη, από την ώρα που ήρθε στην επιφάνεια. Όσα ονόματα και να αλλάξει ένα κόμμα, που αποτελεί παραλλαγή του ΠΑΣΟΚ, κουβαλάει τις τοξίνες του τελευταίου. Τούτο βεβαίως αδικεί λίγους αξιόλογους όντως πολιτικούς. Αλλά αυτό, στο πολιτικό – κομματικό σύμπαν, είναι παρωνυχίδα. Ταυτόχρονα, τα περισσότερα πρόσωπα που μετέχουν στο κεντροαριστερό εγχείρημα, θυμίζουν και αυτά ΠΑΣΟΚ. Άρα, κουβαλούν και τα ίδια τις τοξίνες του.

Έτσι, η θεωρητικά μεγάλη δεξαμενή διαθέσιμων ψηφοφόρων είναι τελικά πολύ μικρή. Κυρίως πρόκειται για νοσταλγούς, σε εποχή όπου η νοσταλγία είναι αγαθό εν ανεπαρκεία. Βεβαίως, όσοι εμπλέκονται στα σχετικά εγχειρήματα δικαιούνται να αναζητήσουν μια θέση στον ήλιο (το λογοπαίγνιο έρχεται αυθόρμητα). Δικαιούνται να ονειρεύονται.




<< επιστροφή